Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La navaja
01
ξυράφι, λεπίδα ξυραφιού
herramienta con hoja afilada usada para afeitar el vello de la cara o el cuerpo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
navajas
Παραδείγματα
Me afeité la barba con la navaja.
Ξύρισα το γένι μου με το ξυράφι.
02
ξυράφι, θαλάσσιο μαχαίρι
molusco marino de concha alargada y estrecha que se encuentra en la arena de la playa
Παραδείγματα
Las navajas son muy apreciadas en la gastronomía.
Τα μαχαίρια εκτιμώνται ιδιαίτερα στη γαστρονομία.



























