Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
naufragar
01
ναυαγώ, βυθίζομαι
hundirse o perderse una embarcación en el mar; sufrir un naufragio
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
naufrago
γ΄ ενικό πρόσωπο
naufraga
ενεστώτα μετοχή
naufragando
απλός αόριστος
naufragó
παθητική μετοχή
naufragado
Παραδείγματα
El barco naufragó durante la tormenta.
Το πλοίο βυθίστηκε κατά τη διάρκεια της καταιγίδας.



























