Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nacionalizar
01
πολιτογραφώ, χορηγώ την υπηκοότητα
dar la nacionalidad de un país a una persona que no la tenía
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
nacionalizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
nacionaliza
ενεστώτα μετοχή
nacionalizando
απλός αόριστος
nacionalizó
παθητική μετοχή
nacionalizado
Παραδείγματα
El proceso para nacionalizarse puede ser largo.
Η διαδικασία για πολιτογράφηση μπορεί να είναι μακρά.



























