el módulo
módulo

Ορισμός και σημασία του "módulo"στα ισπανικά

01

μονάδα, διδακτική μονάδα

una unidad o componente de enseñanza dentro de un curso más grande 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
módulos
Παραδείγματα
El curso está dividido en cuatro módulos. 

Το μάθημα χωρίζεται σε τέσσερα μονάδες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store