Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
monótono
01
μονότονος, αδιάφορος
que carece de variedad y resulta aburrido por ser siempre igual
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más monótono
συγκριτικός βαθμός
más monótono
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
monótono
αρσενικό πληθυντικό
monótonos
θηλυκό ενικό
monótona
θηλυκό πληθυντικό
monótonas
Παραδείγματα
La rutina diaria puede volverse monótona si no la variamos.
Η καθημερινή ρουτίνα μπορεί να γίνει μονότονη αν δεν την ποικιλοποιήσουμε.



























