Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El montacargas
01
φορτωτικό ασανσέρ
una plataforma o cabina que sube y baja verticalmente para transportar carga pesada entre pisos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
montacargas
Παραδείγματα
Los muebles nuevos los subieron por el montacargas.
Τα νέα έπιπλα τα ανέβασαν με τον φορτωτή.



























