Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La monotonía
01
μονοτονία, μονοτονία
cualidad de ser monótono, falta de variedad o cambio
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Romper con la monotonía diaria es importante para la salud mental.
Το να σπάσεις την καθημερινή μονοτονία είναι σημαντικό για την ψυχική υγεία.



























