moler
mo
mo
mo
ler
ˈleɾ
ler
movermolar

Ορισμός και σημασία του "moler"στα ισπανικά

01

αλέθω

triturar o convertir un alimento u objeto sólido en polvo o partículas pequeñas 
moler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
muelo
γ΄ ενικό πρόσωπο
muele
ενεστώτα μετοχή
moliendo
απλός αόριστος
molí
παθητική μετοχή
molido
Παραδείγματα
Necesito moler café para preparar espresso. 

Πρέπει να αλέσω καφέ για να ετοιμάσω εσπρέσο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store