Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
moler
01
αλέθω
triturar o convertir un alimento u objeto sólido en polvo o partículas pequeñas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
muelo
γ΄ ενικό πρόσωπο
muele
ενεστώτα μετοχή
moliendo
απλός αόριστος
molí
παθητική μετοχή
molido
Παραδείγματα
Mi abuelo molía los granos de café a mano.
Ο παππούς μου άλεθε τους κόκκους καφέ στο χέρι.



























