Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El molar
01
γομφίος, τραπεζίτης
un diente grande en la parte posterior de la boca para triturar comida
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
molares
Παραδείγματα
Me duele un molar del lado izquierdo cuando como.
Ένας γομφίος στην αριστερή πλευρά πονάει όταν τρώω.



























