el molar
mo
mo
μο
lar
ˈlaɾ
λαρ
molermojarmollar

Ορισμός και σημασία του "molar"στα ισπανικά

01

γομφίος, τραπεζίτης

un diente grande en la parte posterior de la boca para triturar comida 
el molar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
molares
Παραδείγματα
Me duele un molar del lado izquierdo cuando como. 

Ένας γομφίος στην αριστερή πλευρά πονάει όταν τρώω.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store