ministerial
ministerial

Ορισμός και σημασία του "ministerial"στα ισπανικά

ministerial
01

υπουργικός

relativo a un ministerio o a un ministro del gobierno 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
ministerial
αρσενικό πληθυντικό
ministeriales
θηλυκό ενικό
ministerial
θηλυκό πληθυντικό
ministeriales
θεματικό πεδίο
gobierno, política, administración
Παραδείγματα
Asistió a una reunión ministerial importante. 

Παρακολούθησε μια σημαντική υπουργική συνάντηση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

ministerial
minist
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store