Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
miedoso
01
φοβιτσιάρης, δειλός
que siente miedo con facilidad o se asusta con facilidad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más miedoso
συγκριτικός βαθμός
más miedoso
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
miedoso
αρσενικό πληθυντικό
miedosos
θηλυκό ενικό
miedosa
θηλυκό πληθυντικό
miedosas
Παραδείγματα
Ella es miedosa con las alturas y evita los balcones.
Είναι φοβιτσιάρα με τα ύψη και αποφεύγει τα μπαλκόνια.
02
φοβιτσιάρης, φοβισμένος
que siente miedo o se encuentra asustado
Παραδείγματα
Ella se volvió miedosa después de ver la película de terror.
Έγινε φοβιτσιάρα αφού είδε την ταινία τρόμου.



























