Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
miedoso
01
φοβιτσιάρης, δειλός
que siente miedo con facilidad o se asusta con facilidad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más miedoso
συγκριτικός βαθμός
más miedoso
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
miedoso
αρσενικό πληθυντικό
miedosos
θηλυκό ενικό
miedosa
θηλυκό πληθυντικό
miedosas
Παραδείγματα
El perro es muy miedoso y se esconde ante los ruidos fuertes.
Ο σκύλος είναι πολύ φοβιτσιάρης και κρύβεται μπροστά σε δυνατούς θορύβους.
02
φοβιτσιάρης, φοβισμένος
que siente miedo o se encuentra asustado
Παραδείγματα
El niño estaba miedoso al escuchar el trueno.
Το παιδί ήταν φοβισμένο ακούγοντας τον κεραυνό.



























