Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mezclar
01
ανακατεύω
unir varias cosas en una sola
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
mezclo
γ΄ ενικό πρόσωπο
mezcla
ενεστώτα μετοχή
mezclando
απλός αόριστος
mezcló
παθητική μετοχή
mezclado
Παραδείγματα
Mezcla la harina con el azúcar.
Ανακατέψτε το αλεύρι με τη ζάχαρη.



























