mezclar
mezc
ˈmeθk
methk
lar
laɾ
lar
emigrarcalamaracertarenfocar

Ορισμός και σημασία του "mezclar"στα ισπανικά

mezclar
01

ανακατεύω

unir varias cosas en  una sola 
mezclar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
mezclo
γ΄ ενικό πρόσωπο
mezcla
ενεστώτα μετοχή
mezclando
απλός αόριστος
mezcló
παθητική μετοχή
mezclado
Παραδείγματα
Mezcla la harina con el azúcar. 

Ανακατέψτε το αλεύρι με τη ζάχαρη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store