mezclado
mezclado

Ορισμός και σημασία του "mezclado"στα ισπανικά

01

αναμεμειγμένος, μικτός

compuesto de elementos diferentes combinados entre  
mezclado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más mezclado
συγκριτικός βαθμός
más mezclado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
mezclado
αρσενικό πληθυντικό
mezclados
θηλυκό ενικό
mezclada
θηλυκό πληθυντικό
mezcladas
θεματικό πεδίο
alimentación, composición, preparación
Παραδείγματα
Prepararon una ensalada mezclada con verduras y frutas. 

Προετοίμασαν μια μικτή σαλάτα με λαχανικά και φρούτα.

01

μείγμα, συνδυασμός

combinación de diferentes elementos o sustancias 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
mezclados
Παραδείγματα
El café es un mezclado de granos de distintos orígenes. 

Ο καφές είναι ένα μείγμα από κόκκους διαφορετικής προέλευσης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store