mezclado

Ορισμός και σημασία του "mezclado"στα ισπανικά

01

αναμεμειγμένος, μικτός

compuesto de elementos diferentes combinados entre sí
mezclado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más mezclado
συγκριτικός βαθμός
más mezclado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
mezclado
αρσενικό πληθυντικό
mezclados
θηλυκό ενικό
mezclada
θηλυκό πληθυντικό
mezcladas
Παραδείγματα
El sonido de la banda tenía un estilo mezclado de jazz y rock.
Ο ήχος του συγκροτήματος είχε ένα μικτό στυλ τζαζ και ροκ.
01

μείγμα, συνδυασμός

combinación de diferentes elementos o sustancias
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
mezclados
Παραδείγματα
Compramos un mezclado de frutos secos para la merienda.
Αγοράσαμε ένα μείγμα ξηρών καρπών για το σνακ.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store