Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La metodología
01
μεθοδολογία
conjunto de métodos y procedimientos utilizados para realizar una investigación o estudio
γραμματικές πληροφορίες
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Una buena metodología mejora los resultados.
Μια καλή μεθοδολογία βελτιώνει τα αποτελέσματα.



























