metabólico
metabólico

Ορισμός και σημασία του "metabólico"στα ισπανικά

metabólico
01

μεταβολικός

relativo al metabolismo o a los procesos químicos del organismo 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
metabólico
αρσενικό πληθυντικό
metabólicos
θηλυκό ενικό
metabólica
θηλυκό πληθυντικό
metabólicas
Παραδείγματα
El ejercicio mejora la actividad metabólica. 

Η άσκηση βελτιώνει τη μεταβολική δραστηριότητα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store