Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
merodear
01
περιφέρομαι
andar o rondar sin rumbo fijo, generalmente cerca de un lugar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
merodeo
γ΄ ενικό πρόσωπο
merodea
ενεστώτα μετοχή
merodeando
απλός αόριστος
merodeó
παθητική μετοχή
merodeado
Παραδείγματα
Vi a un hombre merodeando cerca de la tienda.
Είδα έναν άνδρα να περιφέρεται κοντά στο κατάστημα.



























