merodear
me
me
me
ro
ɾo
ro
dear
ˈðeaɾ
dhear
menudear

Ορισμός και σημασία του "merodear"στα ισπανικά

merodear
01

περιφέρομαι

andar o rondar sin rumbo fijo, generalmente cerca de un lugar 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
merodeo
γ΄ ενικό πρόσωπο
merodea
ενεστώτα μετοχή
merodeando
απλός αόριστος
merodeó
παθητική μετοχή
merodeado
Παραδείγματα
Los gatos merodean por el jardín por la noche. 

Οι γάτες περιφέρονται στον κήπο τη νύχτα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store