Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
merodear
01
περιφέρομαι
andar o rondar sin rumbo fijo, generalmente cerca de un lugar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
merodeo
γ΄ ενικό πρόσωπο
merodea
ενεστώτα μετοχή
merodeando
απλός αόριστος
merodeó
παθητική μετοχή
merodeado
Παραδείγματα
Los gatos merodean por el jardín por la noche.
Οι γάτες περιφέρονται στον κήπο τη νύχτα.



























