el memano
me
me
με
ˈlo
λο
ma
ma
μα
no
no
νο

Ορισμός και σημασία του "melómano"στα ισπανικά

01

μελόφιλος

persona aficionada o amante apasionada de la música 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
melómanos
αρσενικό ενικό
melómano
θηλυκό ενικό
melómana
neutral form
amante de la música
Παραδείγματα
Es un melómano que colecciona vinilos. 

Είναι μουσικόφιλος που συλλέγει βινύλια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store