Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El melómano
01
μελόφιλος
persona aficionada o amante apasionada de la música
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
melómanos
αρσενικό ενικό
melómano
θηλυκό ενικό
melómana
neutral form
amante de la música
Παραδείγματα
Es un melómano que colecciona vinilos.
Είναι μουσικόφιλος που συλλέγει βινύλια.



























