Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La melodía
[gender: feminine]
01
μελωδία
sucesión de sonidos musicales que se perciben como una unidad
Παραδείγματα
La melodía del violín era muy emotiva.
Η μελωδία του βιολιού ήταν πολύ συναισθηματική.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
μελωδία