Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
maullar
01
νιαουρίζω
emitir su sonido característico un gato
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
maúllo
γ΄ ενικό πρόσωπο
maúlla
ενεστώτα μετοχή
maullando
απλός αόριστος
maulló
παθητική μετοχή
maullado
Παραδείγματα
El gatito maúlla en la puerta para que lo dejen entrar.
Το γατάκι νιαουρίζει στην πόρτα για να μπει.



























