Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
matador
01
βαρετός, κουραστικός
que causa aburrimiento o fatiga
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más matador
συγκριτικός βαθμός
más matador
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
matador
αρσενικό πληθυντικό
matadores
θηλυκό ενικό
matadora
θηλυκό πληθυντικό
matadoras
Παραδείγματα
Su discurso fue matador y repetitivo.
Η ομιλία του ήταν ματαδόρ και επαναληπτική.
El matador
01
ταυρομάχος, ματαδόρ
persona que lucha contra toros en una plaza
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
matadores
Παραδείγματα
Vimos al matador ejecutar un pase magistral.
Είδαμε τον ματαδόρ να εκτελεί ένα μαεστρικό πάσο.



























