malhumorado
malh
mal
μαλ
u
u
ου
mo
mo
μο
ra
ˈɾa
ρα
do
ðo
δο
petrificadodesesperadoatemorizadogalardonado

Ορισμός και σημασία του "malhumorado"στα ισπανικά

malhumorado
01

κακόκεφος, γκρινιάρης

que tiene o muestra un mal humor habitual 
malhumorado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más malhumorado
συγκριτικός βαθμός
más malhumorado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
malhumorado
αρσενικό πληθυντικό
malhumorados
θηλυκό ενικό
malhumorada
θηλυκό πληθυντικό
malhumoradas
θεματικό πεδίο
personalidad, comportamiento, estado
Παραδείγματα
El dueño de la tienda es un hombre malhumorado. 

Ο ιδιοκτήτης του καταστήματος είναι ένας γκρινιάρης άνδρας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store