malhumorado

Ορισμός και σημασία του "malhumorado"στα ισπανικά

malhumorado
01

κακόκεφος, γκρινιάρης

que tiene o muestra un mal humor habitual
malhumorado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más malhumorado
συγκριτικός βαθμός
más malhumorado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
malhumorado
αρσενικό πληθυντικό
malhumorados
θηλυκό ενικό
malhumorada
θηλυκό πληθυντικό
malhumoradas
Παραδείγματα
A pesar de su apariencia malhumorada, es muy amable.
Παρά την γκρινιάρικη εμφάνισή του, είναι πολύ ευγενικός.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store