Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
malgastar
01
σπαταλώ, χαραμίζω
usar recursos de manera ineficiente o innecesaria
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
malgasto
γ΄ ενικό πρόσωπο
malgasta
ενεστώτα μετοχή
malgastando
απλός αόριστος
malgastó
παθητική μετοχή
malgastado
Παραδείγματα
No debemos malgastar el agua durante la sequía.
Δεν πρέπει να σπαταλάμε νερό κατά τη διάρκεια της ξηρασίας.



























