la maldición
mal
mal
μαλ
dic
ˈdiθ
ντιθ
ión
jon
γον
deducciónconmocióninduccióncompasión

Ορισμός και σημασία του "maldición"στα ισπανικά

01

κατάρα, αρά

palabra, acto o hechizo que se cree trae mala suerte, daño o desgracia a alguien 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
maldiciones
Παραδείγματα
La bruja lanzó una maldición sobre el castillo. 

Η μάγισσα έριξε μια κατάρα στο κάστρο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store