Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La maldición
01
κατάρα, αρά
palabra, acto o hechizo que se cree trae mala suerte, daño o desgracia a alguien
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
maldiciones
Παραδείγματα
La maldición se extendió por todo el pueblo durante años.
Η κατάρα εξαπλώθηκε σε όλο το χωριό για χρόνια.



























