Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
majestuoso
01
μεγαλοπρεπής, επιβλητικός
que tiene gran belleza, dignidad o grandeza imponente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más majestuoso
συγκριτικός βαθμός
más majestuoso
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
majestuoso
αρσενικό πληθυντικό
majestuosos
θηλυκό ενικό
majestuosa
θηλυκό πληθυντικό
majestuosas
Παραδείγματα
La ceremonia fue majestuosa y solemne.
Η τελετή ήταν μεγαλοπρεπής και σοβαρή.



























