magnético

Ορισμός και σημασία του "magnético"στα ισπανικά

magnético
01

μαγνητικός, μαγνητικός

relativo a la fuerza o fenómeno del magnetismo
magnético definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
magnético
αρσενικό πληθυντικό
magnéticos
θηλυκό ενικό
magnética
θηλυκό πληθυντικό
magnéticas
Παραδείγματα
La fuerza magnética disminuye con la distancia.
Η μαγνητική δύναμη μειώνεται με την απόσταση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store