Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lúgubre
01
ζοφερός
que transmite una sensación de tristeza, oscuridad o desolación
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más lúgubre
συγκριτικός βαθμός
más lúgubre
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
lúgubre
αρσενικό πληθυντικό
lúgubres
θηλυκό ενικό
lúgubre
θηλυκό πληθυντικό
lúgubres
Παραδείγματα
El paisaje lúgubre del cementerio me hizo sentir incómodo.
Το μελαγχολικό τοπίο του νεκροταφείου με έκανε να νιώθω άβολα.



























