Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lúgubre
01
ζοφερός
que transmite una sensación de tristeza, oscuridad o desolación
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más lúgubre
συγκριτικός βαθμός
más lúgubre
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
lúgubre
αρσενικό πληθυντικό
lúgubres
θηλυκό ενικό
lúgubre
θηλυκό πληθυντικό
lúgubres
Παραδείγματα
Su rostro tenía una expresión lúgubre después de escuchar la noticia.
Το πρόσωπό του είχε μια θλιβερή έκφραση αφού άκουσε τα νέα.



























