Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
macizo
01
συμπαγής, στερεός
que es fuerte, compacto o resistente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas macizo
συγκριτικός βαθμός
mas macizo
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
macizo
αρσενικό πληθυντικό
macizos
θηλυκό ενικό
maciza
θηλυκό πληθυντικό
macizas
Παραδείγματα
La mesa es de madera maciza.
Το τραπέζι είναι από συμπαγές ξύλο.
El macizo
01
ορεινός όγκος
conjunto de montañas o zona montañosa compacta
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
macizos
Παραδείγματα
El macizo es difícil de atravesar.
Το όγκος είναι δύσκολο να διασχιστεί.



























