Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lánguido
01
νωθρός
que carece de energía, fuerza o vitalidad ; débil y apático
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más lánguido
συγκριτικός βαθμός
más lánguido
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
lánguido
αρσενικό πληθυντικό
lánguidos
θηλυκό ενικό
lánguida
θηλυκό πληθυντικό
lánguidas
Παραδείγματα
El gato, lánguido por el calor, se estiraba en el suelo.
Η γάτα, νωθρή από τη ζέστη, τεντωνόταν στο πάτωμα.



























