Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lánguido
01
νωθρός
que carece de energía, fuerza o vitalidad; débil y apático
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más lánguido
συγκριτικός βαθμός
más lánguido
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
lánguido
αρσενικό πληθυντικό
lánguidos
θηλυκό ενικό
lánguida
θηλυκό πληθυντικό
lánguidas
Παραδείγματα
Una mirada lánguida era lo único que delataba su cansancio.
Ένα νωθρό βλέμμα ήταν το μόνο πράγμα που πρόδιδε την κούρασή του.



























