lánguido
lán
ˈlan
lan
gui
gi
gi
do
ðo
dho

Ορισμός και σημασία του "lánguido"στα ισπανικά

01

νωθρός

que carece de energía, fuerza o vitalidad ; débil y apático 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más lánguido
συγκριτικός βαθμός
más lánguido
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
lánguido
αρσενικό πληθυντικό
lánguidos
θηλυκό ενικό
lánguida
θηλυκό πληθυντικό
lánguidas
Παραδείγματα
El gato, lánguido por el calor, se estiraba en el suelo. 

Η γάτα, νωθρή από τη ζέστη, τεντωνόταν στο πάτωμα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store