Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La luciérnaga
[gender: feminine]
01
πυγολαμπίδα
un insecto volador conocido por producir luz con su cuerpo durante la noche
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
luciérnagas
Παραδείγματα
La luz de la luciérnaga es fría y no produce calor.
Το φως της πυγολαμπίδας είναι κρύο και δεν παράγει θερμότητα.



























