Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lingüístico
01
γλωσσικός, γλωσσολογικός
relacionado con el lenguaje o la lingüística
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
lingüístico
αρσενικό πληθυντικό
lingüísticos
θηλυκό ενικό
lingüística
θηλυκό πληθυντικό
lingüísticas
Παραδείγματα
El análisis lingüístico del texto fue muy detallado.
Η γλωσσολογική ανάλυση του κειμένου ήταν πολύ λεπτομερής.



























