Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El letrero
01
πινακίδα, σήμα
cartel o señal que muestra información o advertencia
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
letreros
Παραδείγματα
El letrero luminoso se puede ver desde lejos.
Η φωτισμένη πινακίδα μπορεί να φανεί από μακριά.



























