la lesión
le
le
le
sión
ˈsjon
syon
legión

Ορισμός και σημασία του "lesión"στα ισπανικά

01

τραυματισμός, βλάβη

daño o herida que sufre una parte del cuerpo 
la lesión definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
lesiones
Παραδείγματα
El jugador sufrió una lesión en la rodilla. 

Ο παίκτης υπέστη κάκωση στο γόνατο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store