la lesión
Pronunciation
/lesjˈɔn/

Ορισμός και σημασία του "lesión"στα ισπανικά

La lesión
[gender: feminine]
01

τραυματισμός, βλάβη

daño o herida que sufre una parte del cuerpo
la lesión definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
lesiones
Παραδείγματα
La cicatriz es el resultado de una antigua lesión.
Η ουλή είναι το αποτέλεσμα ενός παλιού τραυματισμού.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store