la legalización
legalización

Ορισμός και σημασία του "legalización"στα ισπανικά

La legalización
01

νομιμοποίηση, νομιμοποίηση

el acto de hacer legal algo que antes no lo era 
la legalización definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
El debate sobre la legalización de la eutanasia es muy intenso. 

Η συζήτηση για τη νομιμοποίηση της ευθανασίας είναι πολύ έντονη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store