largar
largar

Ορισμός και σημασία του "largar"στα ισπανικά

largar
01

ξετυλίγω, αφήνω

soltar o dejar salir algo, especialmente cuerda o cable en navegación 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
largó
γ΄ ενικό πρόσωπο
larga
ενεστώτα μετοχή
largando
απλός αόριστος
largó
παθητική μετοχή
largado
Παραδείγματα
El marinero largó el cable desde el mástil. 

Ο ναύτης άφησε το καλώδιο από τον ιστό.

02

δίνω, παραδίδω

entregar o dar algo a otra persona 
ανεπίσημο
Παραδείγματα
Me largó las llaves sin decir nada. 

Μου έδωσε τα κλειδιά χωρίς να πει τίποτα.

03

ξεφεύγω, φεύγω

irse de un lugar rápidamente o sin avisar 
Παραδείγματα
Se largó antes de que llegara la policía. 

Έφυγε πριν φτάσει η αστυνομία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store