Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
largar
01
ξετυλίγω, αφήνω
soltar o dejar salir algo, especialmente cuerda o cable en navegación
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
largó
γ΄ ενικό πρόσωπο
larga
ενεστώτα μετοχή
largando
απλός αόριστος
largó
παθητική μετοχή
largado
Παραδείγματα
Es importante largar el aparejo con cuidado.
Είναι σημαντικό να απελευθερώνετε τον εξοπλισμό προσεκτικά.
02
δίνω, παραδίδω
entregar o dar algo a otra persona
informal
Παραδείγματα
El profesor largó los exámenes corregidos.
Ο δάσκαλος έδωσε τα διορθωμένα τεστ.
03
ξεφεύγω, φεύγω
irse de un lugar rápidamente o sin avisar
Παραδείγματα
Se largaron al amanecer para evitar el tráfico.
Έφυγαν την αυγή για να αποφύγουν την κίνηση.



























