Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El lapidario
01
λαπιδαριστής, χαράκτης πολύτιμων λίθων
relacionado con las piedras preciosas o con el arte de grabarlas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El museo tiene una colección lapidaria de inscripciones romanas.
Το μουσείο έχει μια λαπιδαριακή συλλογή ρωμαϊκών επιγραφών.
lapidario
01
σχετικός με επιτύμβιες πλάκες, σχετικός με επιτύμβιες επιγραφές
relacionado con las lápidas o inscripciones en piedras funerarias
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
lapidario
αρσενικό πληθυντικό
lapidarios
θηλυκό ενικό
lapidaria
θηλυκό πληθυντικό
lapidarias
Παραδείγματα
El texto lapidario en la tumba era muy antiguo y difícil de leer.
Το λαπιδαρικό κείμενο στον τάφο ήταν πολύ παλιό και δύσκολο να διαβαστεί.



























