Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lamer
01
γλείφω
pasar la lengua sobre algo, generalmente para saborearlo, limpiarlo o humedecerlo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
lamo
γ΄ ενικό πρόσωπο
lame
ενεστώτα μετοχή
lamiendo
απλός αόριστος
lamió
παθητική μετοχή
lamido
Παραδείγματα
El niño lamió su helado antes de que se cayera del cono.
Το παιδί έγλειψε το παγωτό του πριν πέσει από το χωνάκι.



























