lamer
la
la
la
mer
ˈmeɾ
mer
coserhaberardermoler

Ορισμός και σημασία του "lamer"στα ισπανικά

01

γλείφω

pasar la lengua sobre algo, generalmente para saborearlo, limpiarlo o humedecerlo 
lamer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
lamo
γ΄ ενικό πρόσωπο
lame
ενεστώτα μετοχή
lamiendo
απλός αόριστος
lamió
παθητική μετοχή
lamido
Παραδείγματα
El niño lamió su helado antes de que se cayera del cono. 

Το παιδί έγλειψε το παγωτό του πριν πέσει από το χωνάκι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store