lamer

Ορισμός και σημασία του "lamer"στα ισπανικά

01

γλείφω

pasar la lengua sobre algo, generalmente para saborearlo, limpiarlo o humedecerlo
lamer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
lamo
γ΄ ενικό πρόσωπο
lame
ενεστώτα μετοχή
lamiendo
απλός αόριστος
lamió
παθητική μετοχή
lamido
Παραδείγματα
El oso lamió la miel de sus garras.
Η αρκούδα έγλειψε το μέλι από τα νύχια της.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store