lamentable
lamentable

Ορισμός και σημασία του "lamentable"στα ισπανικά

lamentable
01

θλιβερός, λυπηρός

que es digno de lástima o que resulta muy malo o desafortunado 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más lamentable
συγκριτικός βαθμός
más lamentable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
lamentable
αρσενικό πληθυντικό
lamentables
θηλυκό ενικό
lamentable
θηλυκό πληθυντικό
lamentables
Παραδείγματα
La situación es realmente lamentable. 

Η κατάσταση είναι πραγματικά αξιοθρήνητη.

02

θλιβερός, ελεεινός

que es muy malo o triste y provoca pena o desaprobación 
Παραδείγματα
La situación económica es lamentable. 

Η οικονομική κατάσταση είναι θλιβερή.

Λεξικό Δέντρο

lamentable
lament
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store