lamentable
la
la
λα
men
men
μεν
tab
ˈtaβ
ταβ
le
le
λε
conmutableimprobabledesechableincansable

Ορισμός και σημασία του "lamentable"στα ισπανικά

lamentable
01

θλιβερός, λυπηρός

que es digno de lástima o que resulta muy malo o desafortunado 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más lamentable
συγκριτικός βαθμός
más lamentable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
lamentable
αρσενικό πληθυντικό
lamentables
θηλυκό ενικό
lamentable
θηλυκό πληθυντικό
lamentables
θεματικό πεδίο
evaluación, emoción
Παραδείγματα
La situación es realmente lamentable. 

Η κατάσταση είναι πραγματικά αξιοθρήνητη.

02

θλιβερός, ελεεινός

que es muy malo o triste y provoca pena o desaprobación 
Παραδείγματα
La situación económica es lamentable. 

Η οικονομική κατάσταση είναι θλιβερή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

lamentable
lament
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store