Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lamentable
01
θλιβερός, λυπηρός
que es digno de lástima o que resulta muy malo o desafortunado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más lamentable
συγκριτικός βαθμός
más lamentable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
lamentable
αρσενικό πληθυντικό
lamentables
θηλυκό ενικό
lamentable
θηλυκό πληθυντικό
lamentables
Παραδείγματα
Es lamentable que no haya soluciones.
Είναι λυπηρό που δεν υπάρχουν λύσεις.
02
θλιβερός, ελεεινός
que es muy malo o triste y provoca pena o desaprobación
Παραδείγματα
El resultado del proyecto fue lamentable.
Το αποτέλεσμα του έργου ήταν λυπηρό.
Λεξικό Δέντρο
lamentable
lament



























