irritar

Ορισμός και σημασία του "irritar"στα ισπανικά

irritar
01

ενοχλώ, ερεθίζω

causar enfado o molestia a alguien
irritar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
irrito
γ΄ ενικό πρόσωπο
irrita
ενεστώτα μετοχή
irritando
απλός αόριστος
irritó
παθητική μετοχή
irritado
Παραδείγματα
La lentitud del trámite irritó a los solicitantes.
Η βραδύτητα της διαδικασίας εξόργισε τους αιτούντες.
02

ενοχλώ, ερεθίζω

molestarse o enfadarse de forma progresiva, a menudo por algo repetitivo o irritante
Παραδείγματα
Se irritó de inmediato al oír la misma excusa otra vez.
Ερεθίστηκε αμέσως ακούγοντας την ίδια δικαιολογία ξανά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store