Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
irritar
01
ενοχλώ, ερεθίζω
causar enfado o molestia a alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
irrito
γ΄ ενικό πρόσωπο
irrita
ενεστώτα μετοχή
irritando
απλός αόριστος
irritó
παθητική μετοχή
irritado
Παραδείγματα
Su arrogancia irrita a todo el equipo.
Η αλαζονεία του ενοχλεί όλη την ομάδα.
02
ενοχλώ, ερεθίζω
molestarse o enfadarse de forma progresiva, a menudo por algo repetitivo o irritante
Παραδείγματα
Mi profesor se irrita cuando los estudiantes llegan tarde.
Ο δάσκαλός μου ενοχλείται όταν οι μαθητές έρχονται αργά.



























