Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
irremediable
01
ανεπανόρθωτος, αθεράπευτος
que no puede corregirse o solucionarse
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
irremediable
αρσενικό πληθυντικό
irremediables
θηλυκό ενικό
irremediable
θηλυκό πληθυντικό
irremediables
Παραδείγματα
El fallo dejó el sistema irremediable.
Η βλάβη άφησε το σύστημα ανεπανόρθωτο.
Λεξικό Δέντρο
irremediable
remediable



























