Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inyectar
01
εγχέω, κάνω ένεση
introducir un líquido en el cuerpo de una persona o animal con una jeringa
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
inyecto
γ΄ ενικό πρόσωπο
inyecta
ενεστώτα μετοχή
inyectando
απλός αόριστος
inyectó
παθητική μετοχή
inyectado
Παραδείγματα
Le inyectaron un calmante para el dolor.
Του έκαναν ένεση ενός παυσίπονου.



























