inyectar
i
i
i
nyec
ˈɲθek
nithek
tar
tar
tar
infectar

Ορισμός και σημασία του "inyectar"στα ισπανικά

inyectar
01

εγχέω, κάνω ένεση

introducir un líquido en el cuerpo de una persona o animal con una jeringa 
inyectar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
inyecto
γ΄ ενικό πρόσωπο
inyecta
ενεστώτα μετοχή
inyectando
απλός αόριστος
inyectó
παθητική μετοχή
inyectado
Παραδείγματα
La enfermera le va a inyectar la vacuna. 

Η νοσοκόμα πρόκειται να του κάνει ένεση του εμβολίου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store