Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
invocar
01
επικαλούμαι, αναφέρομαι σε
hacer referencia a algo o apoyarse en ello para sustentar un argumento o acción
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
invoco
γ΄ ενικό πρόσωπο
invoca
ενεστώτα μετοχή
invocando
απλός αόριστος
invocó
παθητική μετοχή
invocado
Παραδείγματα
El abogado invocó la ley para defender a su cliente.
Ο δικηγόρος επικαλέστηκε το νόμο για να υπερασπιστεί τον πελάτη του.
02
επικαλούμαι
llamar a espíritus, deidades o fuerzas sobrenaturales mediante rituales o palabras mágicas
Παραδείγματα
El chamán invocó a los espíritus de los antepasados.
Ο σαμάνος επικαλέστηκε τα πνεύματα των προγόνων.



























