Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
intimidar
01
εκφοβίζω
hacer que alguien sienta miedo inseguridad o respeto excesivo mediante amenazas o fuerza
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
intimido
γ΄ ενικό πρόσωπο
intimida
ενεστώτα μετοχή
intimidando
απλός αόριστος
intimidó
παθητική μετοχή
intimidado
Παραδείγματα
La mirada del perro grande intimidó al niño.
Το βλέμμα του μεγάλου σκύλου εκφοβίσε το παιδί.



























