Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
intestado
01
χωρίς διαθήκη, άδιαθετος
referido a una persona que ha fallecido sin haber dejado un testamento válido
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
intestado
αρσενικό πληθυντικό
intestados
θηλυκό ενικό
intestada
θηλυκό πληθυντικό
intestadas
Παραδείγματα
Muchas personas no saben las consecuencias de morir intestadas.
Πολλοί άνθρωποι δεν γνωρίζουν τις συνέπειες του να πεθαίνουν χωρίς διαθήκη.



























