Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El intervencionismo
01
παρεμβατισμός, πολιτική παρέμβασης
la política o doctrina de que un estado debe intervenir activamente en los asuntos de otros países o en la economía interna
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El intervencionismo militar es controvertido en política exterior.
Ο στρατιωτικός παρεμβατισμός είναι αμφιλεγόμενος στην εξωτερική πολιτική.



























