Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La inteligencia
[gender: feminine]
01
νοημοσύνη
habilidad de pensar, aprender y comprender cosas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Los científicos estudian la inteligencia animal y humana.
Οι επιστήμονες μελετούν την ζωική και ανθρώπινη νοημοσύνη.
02
υπηρεσία πληροφοριών
información secreta usada para decisiones militares o políticas
Παραδείγματα
La cooperación entre servicios de inteligencia es crucial.
Η συνεργασία μεταξύ υπηρεσιών πληροφοριών είναι καθοριστικής σημασίας.



























