la integración

Ορισμός και σημασία του "integración"στα ισπανικά

La integración
01

ενσωμάτωση

proceso de unir elementos o personas en un conjunto o sistema común
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La empresa logró la integración de nuevas tecnologías.
Η εταιρεία πέτυχε την ενσωμάτωση νέων τεχνολογιών.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store