Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La integración
01
ενσωμάτωση
proceso de unir elementos o personas en un conjunto o sistema común
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La integración de los inmigrantes es un reto social.
Η ενσωμάτωση των μεταναστών είναι μια κοινωνική πρόκληση.



























