Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
insuficiente
01
ανεπαρκής
que no es suficiente en cantidad, calidad o grado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas insuficiente
συγκριτικός βαθμός
mas insuficiente
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
insuficiente
αρσενικό πληθυντικό
insuficientes
θηλυκό ενικό
insuficiente
θηλυκό πληθυντικό
insuficientes
Παραδείγματα
El tiempo disponible fue insuficiente para terminar el proyecto.
Ο διαθέσιμος χρόνος ήταν ανεπαρκής για να ολοκληρωθεί το έργο.
El insuficiente
01
ανεπαρκής
calificación o resultado que indica que no se ha alcanzado el nivel mínimo requerido
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
insuficientes
Παραδείγματα
El profesor explicó por qué obtuvo un insuficiente.
Ο καθηγητής εξήγησε γιατί πήρε ανεπαρκή βαθμό.



























