Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inspirar
01
εισπνέω
introducir aire en los pulmones al respirar
Παραδείγματα
El médico le pidió inspirar hondo.
Ο γιατρός του ζήτησε να εισπνεύσει βαθιά.
02
εμπνέομαι
recibir estímulo creativo o emocional para hacer algo
Παραδείγματα
Se inspira en la música para pintar.
Εμπνέεται από τη μουσική για να ζωγραφίσει.
03
ενθαρρύνω, εμπνέω
motivar o animar a alguien a hacer algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
inspiro
γ΄ ενικό πρόσωπο
inspira
ενεστώτα μετοχή
inspirando
απλός αόριστος
inspiró
παθητική μετοχή
inspirado
Παραδείγματα
El entrenador inspiró al grupo antes del partido.
Ο προπονητής ενέπνευσε την ομάδα πριν τον αγώνα.



























