Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inspirar
01
εισπνέω
introducir aire en los pulmones al respirar
Παραδείγματα
Inspiró profundamente antes de hablar.
Εισέπνευσε βαθιά πριν μιλήσει.
02
εμπνέομαι
recibir estímulo creativo o emocional para hacer algo
Παραδείγματα
Se inspiró en la naturaleza para su obra.
Εμπνεύστηκε από τη φύση για το έργο του.
03
ενθαρρύνω, εμπνέω
motivar o animar a alguien a hacer algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
inspiro
γ΄ ενικό πρόσωπο
inspira
ενεστώτα μετοχή
inspirando
απλός αόριστος
inspiró
παθητική μετοχή
inspirado
Παραδείγματα
Su profesor lo inspiró a estudiar medicina.
Ο δάσκαλός του τον ενέπνευσε να σπουδάσει ιατρική.



























