insolente

Ορισμός και σημασία του "insolente"στα ισπανικά

01

αυθάδης, αναιδής

que muestra falta de respeto o educación hacia los demás
insolente definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas insolente
συγκριτικός βαθμός
mas insolente
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
insolente
αρσενικό πληθυντικό
insolentes
θηλυκό ενικό
insolente
θηλυκό πληθυντικό
insolentes
Παραδείγματα
Habló con un tono insolente durante la discusión.
Μίλησε με αυθάδη τόνο κατά τη διάρκεια της συζήτησης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store